Ναυτικη Ασφαλεια και Προστασια Περιβαλλοντος

Η 1.1.2020 σηματοδοτεί την έναρξη εφαρμογής του νέου ανώτατου ορίου που έχει θέσει ο UN ΙΜΟ για το θείο, απαιτώντας από όλα τα πλοία να χρησιμοποιούν καύσιμα με περιεκτικότητα σε θείο που δεν υπερβαίνει το 0,5%, ενώ δεν υπάρχουν εγγυήσεις ότι καύσιμα χαμηλής περιεκτικότητας σε θείο θα είναι επαρκώς διαθέσιμα σε παγκόσμιο επίπεδο.

Η εφαρμογή, από την 1.3.2020, της απόφασης του UN ΙΜΟ αναφορικά με την απαγόρευση μεταφοράς καυσίμων, που δεν συμμορφώνονται με το νέο Κανονισμό, θα επιφέρει πρόσθετη αβεβαιότητα και θα δημιουργήσει νέες προκλήσεις. Ο στόχος του νέου Κανονισμού είναι η μείωση της ατμοσφαιρικής ρύπανσης και η προστασία της ανθρώπινης υγείας μέσω της χρήσης, από όλα τα πλοία, καυσίμων με χαμηλή περιεκτικότητα σε θείο. Ωστόσο, οι πλοιοκτήτες μπορούν, κατ’ εξαίρεση, να συμμορφώνονται με τους νέους κανόνες, εγκαθιστώντας συστήματα καθαρισμού καυσαερίων (Exhaust Gas Cleaning Systems - EGCSs), προτού αυτά απελευθερωθούν στην ατμόσφαιρα, ενώ θείο και άλλα κατάλοιπα θα απορρίπτονται στη θάλασσα. Ωστόσο, σε περίπτωση που αυτή η «ισοδύναμη εξαίρεση», η οποία εξετάζεται προσεκτικά από τον UN ΙΜΟ, γίνει ο κανόνας, τότε ο στόχος του Κανονισμού και τα περιβαλλοντικά του οφέλη θα υπονομευθούν σοβαρά.

Εκτός από την αβεβαιότητα σχετικά με την επάρκεια της διαθεσιμότητας συμμορφούμενων καυσίμων σε επαρκείς ποσότητες παγκοσμίως, υπάρχουν επίσης ενδοιασμοί σχετικά με το εάν το παραγόμενο καύσιμο χαμηλής περιεκτικότητας σε θείο θα πληροί επίσης τα καθορισμένα πρότυπα ασφάλειας, όπως αυτά προβλέπονται στη ΔΣ του UN ΙΜΟ για την Ασφάλεια της Ανθρώπινης Ζωής στη Θάλασσα (International Convention for the Safety of Life at Sea - SOLAS). Οι διαχειριστές πλοίων πρέπει να έχουν τη διαβεβαίωση ότι το παραληφθέν καύσιμο πληροί τις προδιαγραφές ασφάλειας της ΔΣ SOLAS, προκειμένου να μην τεθεί σε κίνδυνο η ασφάλεια των πλοίων, των πληρωμάτων τους και η προστασία του περιβάλλοντος. Συνεπώς, είναι απαραίτητο όλα τα ζητήματα που απορρέουν από την εφαρμογή του νέου Κανονισμού (2020 global low sulphur mandate) και σχετίζονται με τη διαθεσιμότητα, την καταλληλότητα, την ασφάλεια και τα λοιπά ποιοτικά χαρακτηριστικά των αποθειωμένων καυσίμων προς αποφυγή λειτουργικών προβλημάτων, να αντιμετωπιστούν καταλλήλως με έμφαση στα θέματα ασφάλειας και συμβατότητας κατά τη χρήση αναμεμειγμένων καυσίμων (blended fuels).

Είναι επίσης σημαντικό, στην αρχή της περιόδου εφαρμογής των νέων απαιτήσεων για τη χρήση καυσίμων 0,5% περιεκτικότητας σε θείο, τα κράτη σημαίας (flag states) και οι Αρχές των κρατών λιμένα (Port State Control - PSC) να αντιμετωπίζουν με πρακτικό και δίκαιο τρόπο τα πλοία, στα οποία παρουσιάζονται τεχνικές ή λειτουργικές δυσκολίες, εξαιτίας παραγόντων που αδυνατούν να ελέγξουν. Επίσης, οι Αρχές πρέπει να διαχειρίζονται με ρεαλιστικό τρόπο το τεράστιο πρόβλημα που αντιμετωπίζει ένα πλοίο, όταν αναγκάζεται να εκφορτώσει το μη συμμορφούμενο καύσιμο - αφού έχει ελεγχθεί και διαπιστωθεί ότι είναι μη συμμορφούμενο - το οποίο όμως φορτώθηκε χωρίς πρόθεση. Κατά τη δύσκολη αυτή μεταβατική περίοδο, αλλά και μετά από αυτήν, οι πλοιοκτήτες και τα πληρώματα δε θα πρέπει να θεωρούνται δυσανάλογα υπεύθυνοι για την ασφάλεια και τις περιβαλλοντικές συνέπειες που προκύπτουν από τη διάθεση μη ασφαλών ή ακατάλληλων καυσίμων. Από την άποψη αυτή, η ΕΕΕ υπογραμμίζει τις ευθύνες των πετρελαϊκών εταιρειών, των διυλιστηρίων και των προμηθευτών καυσίμων για την παροχή καυσίμων «εντός προδιαγραφών» (“on-spec”), τα οποία να είναι ασφαλή, κατάλληλα για χρήση και διαθέσιμα παγκοσμίως.

Η Επιτροπή MEPC 74, το Μάιο του 2019, σημείωσε πρόοδο ως προς τη δημιουργία ενός ισχυρού συστήματος συλλογής δεδομένων και ενός μηχανισμού αναφοράς (feedback) για την ποιότητα και τη διαθεσιμότητα του πετρελαίου. Η Επιτροπή, στο πλαίσιο των Κατευθυντηρίων Γραμμών του 2019 για τη συνεπή εφαρμογή του ανώτατου ορίου θείου στα καύσιμα πλοίων, υιοθέτησε το αναθεωρημένο πρότυπο (template) για την έκθεση μη διαθεσιμότητας καυσίμων (Fuel Oil Non-Availability Report - FONAR), υπό το φως επιχειρησιακών και άλλων, σχετικών με την ασφάλεια, ζητημάτων. Τέλος, η MEPC 74 επέδειξε το απαιτούμενο ενδιαφέρον σε ό,τι αφορά στην ρεαλιστική και πρακτική προσέγγιση από τις Αρχές του κράτους λιμένα και του κράτους σημαίας, σε περίπτωση μη συμμόρφωσης των πλοίων με τις νέες απαιτήσεις για λόγους, για τους οποίους δεν ήταν σε θέση ούτε είχαν τη δυνατότητα να ελέγξουν. Εφόσον διαπιστωθούν σημαντικά προβλήματα, θα πρέπει να ληφθούν διορθωτικά μέτρα στη βάση σχετικών εκθέσεων περί μη διαθεσιμότητας συμβατών καυσίμων και επί ζητημάτων που αφορούν στην ποιότητα των καυσίμων, οι οποίες αναμένεται να υποβληθούν στην MEPC 75 την Άνοιξη του 2020.

Επίσης, η MEPC 74 αποδέχθηκε την πρόταση για συμπερίληψη νέου θεματικού αντικειμένου (output) στο πρόγραμμα των εργασιών της, για την αξιολόγηση και την εναρμόνιση των κανόνων και των οδηγιών σε ό,τι αφορά στις απορρίψεις από τα συστήματα καθαρισμού καυσαερίων στη θάλασσα και την πιθανή συνολική αξιολόγηση της «ισοδυναμίας» των εν λόγω συστημάτων. Επιπρόσθετα, η Επιτροπή Ναυτικής Ασφάλειας του UN ΙΜΟ (Maritime Safety Committee - MSC 101) αποφάσισε ότι πρέπει να καταρτιστεί και να εφαρμοστεί ένα κατάλληλο Σχέδιο Δράσης για την αντιμετώπιση όλων των κρίσιμων παραμέτρων που επηρεάζουν την ασφάλεια των καυσίμων, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που προκύπτουν μετά από ανάμειξη καυσίμων στην ξηρά (blended fuels), λαμβάνοντας υπόψη σε όλες τις περιπτώσεις την τελευταία έκδοση βιομηχανικών προτύπων (π.χ. ISO 8217:2017 και ISO / PAS όταν θα γίνει διαθέσιμο). Επίσης, αναγνώρισε αδιαμφισβήτητα την ευθύνη των προμηθευτών για την παροχή ασφαλών καυσίμων, συμπεριλαμβάνοντας στο σχέδιο δράσης την υποχρεωτική απαίτηση για γραπτή επιβεβαίωση των προμηθευτών καυσίμων ότι κάθε παρτίδα καυσίμου που παραδίδουν συμμορφώνεται με τις απαιτήσεις της ΔΣ SOLAS και ζητώντας τη λήψη μέτρων από τις κυβερνήσεις όταν δεν πληρούνται οι απαιτήσεις σημείου ανάφλεξης (flashpoint).

Παρόλο που εξακολουθούν να υφίστανται δυσανάλογες ευθύνες για τους πλοιοκτήτες και τους διαχειριστές πλοίων, ωστόσο διατίθενται πλέον ορισμένα χρήσιμα εργαλεία, τα οποία προσδοκάται να βοηθήσουν στην επίτευξη ομαλότερης διαδικασίας εφαρμογής.

Το εκκρεμές ζήτημα της μη διαθεσιμότητας καυσίμων και ειδικότερα η ασφαλής λειτουργία των πλοίων που χρησιμοποιούν καύσιμα με χαμηλή περιεκτικότητα σε θείο πρέπει να επιλυθεί αποτελεσματικά.